Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο διακεκριμένος διεθνολόγος και αναλυτής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ακτινογραφεί τις ραγδαίες εξελίξεις στην Ουάσιγκτον, τα λάθη της ελληνικής διπλωματίας απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα και το Ισραήλ, ενώ αναλύει το έκρυθμο πολιτικό σκηνικό στο εσωτερικό της χώρας και τις διεργασίες στον συντηρητικό χώρο.
Ο Δημήτρης Γ. Απόκης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Διεθνολόγος με εξειδίκευση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, τη γεωπολιτική και τη διεθνή οικονομία, απόφοιτος των κορυφαίων πανεπιστημίων The American University (School of International Service) και The Johns Hopkins University (Paul H. Nitze School of Advanced International Studies) της Ουάσιγκτον, καθώς και μέλος του The International Institute for Strategic Studies του Λονδίνου, διαθέτει μια σπάνια βάση γνώσεων. Ως δημοσιογράφος, υπήρξε για δεκαετίες διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.
Σε μια κρίσιμη συγκυρία για τη διεθνή ασφάλεια και την ελληνική πολιτική σκηνή, ο κ. Απόκης ανοίγει τα χαρτιά του. Μιλά για τις προκλήσεις της δεύτερης θητείας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές στο αμερικανικό Κογκρέσο, τις παραφωνίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, αλλά και για τις εγχώριες διεργασίες, σχολιάζοντας την αλλαγή φυσιογνωμίας της σημερινής κυβέρνησης και την αυξανόμενη απαίτηση της κοινωνίας για παρέμβαση από τον πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά.
• Κύριε Απόκη, να ξεκινήσουμε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Πώς εξελίσσονται τα πράγματα για τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη θητεία του;
Βρισκόμαστε σε μια αντικειμενικά δύσκολη περίοδο για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς διανύει τη δεύτερη και τελευταία θητεία του βάσει του αμερικανικού Συντάγματος, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος. Επιπλέον, η διεθνής συγκυρία και ειδικότερα η κατάσταση με το Ιράν επιβαρύνουν το κλίμα. Παρά τα όσα συμβαίνουν στο παρασκήνιο, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν ανέμενε ότι φτάνοντας τόσο κοντά στις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, το μέτωπο του Ιράν θα παρέμενε ανοικτό.
Αυτό το μέτωπο προκαλεί παρενέργειες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών: η τιμή της βενζίνης αυξάνεται και ο πληθωρισμός πιέζει τα νοικοκυριά. Παρότι ο Αμερικανός Πρόεδρος καταγράφει σημαντικές επιτυχίες σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής και οικονομικής ανασυγκρότησης, αυτές δεν μπορούν να επικοινωνηθούν στην κοινή γνώμη όσο θετικά θα έπρεπε, εξαιτίας της σκιάς των διεθνών εξελίξεων.
• Ποια είναι η πρόβλεψή σας για το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στο Κογκρέσο;
Αν βασιστεί κανείς στις δημοσκοπήσεις -τις οποίες προσωπικά αντιμετωπίζω με μεγάλη επιφύλαξη- η μάχη θα είναι εξαιρετικά δύσκολη για τους Ρεπουμπλικάνους. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθαρίζει συχνά πως στην κάλπη δεν κρίνεται το δικό του όνομα, αλλά οι υποψήφιοι του κόμματος. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων τα πράγματα είναι πολύ ζόρικα και η απώλεια της πλειοψηφίας είναι ένα ορατό ενδεχόμενο. Στη Γερουσία η μάχη είναι αμφίρροπη, όμως οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούν ελπίδες να κρατήσουν μια οριακή πλειοψηφία.
Ωστόσο, παρακολουθώντας την αμερικανική πολιτική για πάνω από τρεις δεκαετίες, επιστημονικά και δημοσιογραφικά, αποφεύγω τις πρώιμες προγνώσεις. Στην Αμερική υπάρχει πάντα η «έκπληξη του Οκτωβρίου» (October surprise). Το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από την κάλπη είναι ιστορικά το πλέον καθοριστικό.
• Ωστόσο, πώς διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών;
Το σημερινό Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το κόμμα που γνωρίζαμε παραδοσιακά. Έχει μετατοπιστεί σε ακραίες θέσεις. Η ισχυρότερη τάση στο εσωτερικό του είναι η λεγόμενη προοδευτική πτέρυγα (progressives) της «woke ατζέντας». Πρόκειται για ομάδες με ακραίες ιδέες στην οικονομία, την εσωτερική πολιτική, αλλά και την εξωτερική πολιτική -με θέσεις υπέρ των Παλαιστινίων που αγγίζουν την ανοχή στην τρομοκρατία και με αμφιλεγόμενες προσεγγίσεις απέναντι στην Κίνα.
Παρ’ όλα αυτά, ο Αμερικανός πολίτης στο τέλος της ημέρας ψηφίζει με βάση την καθημερινότητά του. Όταν αυξάνεται η τιμή της βενζίνης, η οργή στρέφεται άμεσα προς την εκάστοτε διακυβέρνηση. Ο Τραμπ, πάντως, έχει αποδείξει ότι είναι ένας πολιτικός που δεν καταβάλλεται εύκολα και διατηρεί ισχυρά χαρτιά μέχρι το τελευταίο λεπτό.
• Στα καθ’ ημάς. Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις της Αθήνας με την Ουάσιγκτον και ποιο είναι το πραγματικό αποτύπωμά τους;
Όταν ολοκληρώνονται οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, τίθεται σε λειτουργία το θεσμικό πλαίσιο και οι σχέσεις καθορίζονται στενά από το αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Βέβαια, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας ηγέτης που εκτιμά ιδιαίτερα όσους τον στήριξαν ή διατήρησαν μια έντιμη στάση απέναντί του, ειδικά αν αναλογιστούμε τον πόλεμο που δέχθηκε από το σύστημα από το 2016. Η στάση που είχε κρατήσει η ελληνική κυβέρνηση προεκλογικά δεν ήταν υπέρ του, κι αυτό έχει τη σημασία του.
Επί της ουσίας, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις παραμένουν σε καλό επίπεδο και οι ΗΠΑ χρειάζονται την Ελλάδα λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων στην περιοχή. Όμως, η δική μου εκτίμηση είναι ξεκάθαρη: η Αθήνα έχει δώσει τα πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τα ανταλλάγματα που λαμβάνει -τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ουσιαστικής στήριξης απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα- είναι ελάχιστα έως μηδαμινά.
• Πώς αξιολογείτε τους χειρισμούς της ελληνικής διπλωματίας στις συμμαχίες της περιοχής, όπως με το Ισραήλ;
Η στρατηγική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ αποτελεί μονόδρομο. Δυστυχώς, όμως, παρατηρούμε σοβαρές παραφωνίες και μια αλλοπρόσαλλη πολιτική από την κυβέρνηση. Από τη μια πλευρά υπογράφονται σημαντικές συμφωνίες, όπως η «Ασπίδα του Αχιλλέα» -αν και μένει να δούμε πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη-, από την άλλη πλευρά, δεν μπορείς να θεωρείς το Ισραήλ τον κυριότερο στρατηγικό σου σύμμαχο και ταυτόχρονα να συνυπογράφεις στην Αίγυπτο κοινά ανακοινωθέντα για τη Γάζα και τον Λίβανο που περιλαμβάνουν θέσεις οι οποίες αποτελούν «κόκκινο πανί» για το Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, η Αθήνα υπέγραψε «Διακήρυξη Φιλίας» με την Τουρκία, την οποία η Άγκυρα έχει μετατρέψει σε κουρελόχαρτο με τις διαρκείς διεκδικήσεις της. Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που το Ισραήλ κατατάσσει πλέον την Τουρκία στους βασικούς εχθρούς του. Αυτή η τακτική στερείται διπλωματικής σοβαρότητας και μειώνει το ειδικό βάρος της χώρας στη διεθνή σκηνή. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τις επαφές και τη συμμετοχή σε κρίσιμα fora που είχε ο Ταγίπ Ερντογάν στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με τις αντίστοιχες του Έλληνα πρωθυπουργού για να βγάλει τα συμπεράσματά του.
• Περνώντας στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, ποια είναι η εκτίμησή σας για την κατάσταση όπως διαμορφώνεται, στο κυβερνών κόμμα;
Για να είμαστε ακριβείς και να αποδίδουμε την πραγματική εικόνα στους πολίτες, πρέπει να μιλάμε για το «κόμμα του κύριου Μητσοτάκη» και όχι για τη παραδοσιακή Νέα Δημοκρατία. Πρόκειται για ένα μόρφωμα που δεν έχει σχέση με την ιστορική παράταξη. Η πλειοψηφία των στελεχών της σημερινής κυβέρνησης δεν προέρχεται από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ οι ασκούμενες πολιτικές είναι πλήρως μεταλλαγμένες. Ο ελληνικός λαός στις εκλογές του 2023 ψήφισε μια κεντροδεξιά παράταξη και βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εντελώς διαφορετική διακυβέρνηση.
• Βρίσκεστε κοντά στον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Τι να περιμένουμε όσον αφορά στις επόμενες κινήσεις του;
Με τον Αντώνη Σαμαρά μας συνδέει μια μακροχρόνια φιλία. Τις λεπτομέρειες των αποφάσεών του θα τις ανακοινώσει ο ίδιος όταν κρίνει ότι είναι η κατάλληλη ώρα, απευθυνόμενος ευθέως στον ελληνικό λαό με τον οποίο διατηρεί μια αρραγή, διαχρονική σχέση εμπιστοσύνης.
Εκείνο που είναι ολοφάνερο πλέον είναι η τεράστια πίεση που ασκείται από την ίδια την κοινωνία προς τον πρώην πρωθυπουργό. Πολίτες από όλο το φάσμα τον καλούν να αναλάβει πρωτοβουλία ώστε να ξαναμπεί η χώρα στις ράγες, να αποκατασταθεί η πολιτική σταθερότητα και να εφαρμοστούν πολιτικές που εξυπηρετούν το εθνικό συμφέρον. Ο Αντώνης Σαμαράς είναι έμπειρος πολιτικός, γνωρίζει άριστα τους συσχετισμούς και δεν επηρεάζεται από παρασκηνιακούς θορύβους. Έχει εκφράσει θέσεις που δικαιώθηκαν πανηγυρικά, πλην όμως δεν εισακούστηκαν τότε από την κυβέρνηση.
• Πώς περιγράφετε το πολιτικό κλίμα καθώς πορευόμαστε προς τις επόμενες εθνικές εκλογές;
Αυτή τη στιγμή επικρατεί μια πλασματική εικόνα σταθερότητας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ασκεί μια αμιγώς επικοινωνιακή πολιτική, βασισμένη σε δηλώσεις, φωτογραφίες και μια επιδοματική τακτική που λειτουργεί ως «τσιρότο» στις βαθιές πληγές που αντιμετωπίζει ο πολίτης στην καθημερινότητά του.
Όλες οι «κρυφές» και φανερές δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας απέχουν παρασάγγας από την πραγματική οργή και αμηχανία που επικρατεί στην κοινωνία. Έχουμε εισέλθει σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη και περίπλοκη πολιτική περίοδο. Η επίτευξη αυτοδυναμίας από οποιοδήποτε κόμμα φαντάζει πλέον από δύσκολη έως αδύνατη. Μέχρι να στηθούν οι κάλπες -όποτε κι αν τις αποφασίσει ο πρωθυπουργός- οι εξελίξεις θα είναι πυκνές και το πολιτικό ενδιαφέρον τεράστιο.
διαβάστε περισσότερα:
Δημήτρης Απόκης: «Η Ελλάδα προσφέρει τα πάντα στις ΗΠΑ χωρίς τα ανάλογα ανταλλάγματα»

