Γυναικοκτονία: από τη λέξη στο δίκαιο
Ο όρος γυναικοκτονία εξακολουθεί να διχάζει. Άλλοτε ως ζήτημα γλωσσικής ακρίβειας, άλλοτε ως ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού. Η συζήτηση επανέρχεται στο προσκήνειο κάθε φορά που μια ακόμη γυναίκα χάνει τη ζωή της από τον σύζυγο ή τον τον σύντροφο κατά κανόνα γιατί δεν υποτάχθηκε στην θέληση του, δεν επέστρεψε στη σχέση της ή την συμβίωση της και σε κάθε περίπτωση γιατί ματαίωσε τις επιθυμίες και τις προσδοκίες του που την αφορούσαν.
Γυναικοκτονία δεν είναι, κάθε φόνος γυναίκας, δεν είναι φόνος σε τρομοκρατική επίθεση, ούτε ο φόνος σε ένοπλη ληστεία. Γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία που διαπράττεται εξαιτίας της γυναικείας φύσης του θύματος, επειδή, κατά την αντίληψη του θύτη, η γυναίκα δεν ανταποκρίθηκε στον ρόλο που εκείνος είχε προδιαγράψει γι’ αυτήν. Επειδή ματαίωσε τις προσδοκίες του αψήφισε τις απαιτήσεις του και κυρίως επειδή παρέκκλινε από τα εσκαμμένα ενός πατριαρχικά δομημένου κοινωνικού στερεοτύπου, εμποτισμένου με έμφυλες και μισογυνιστικές νόρμες.
Υπό το πρίσμα της κοινωνικής ψυχολογίας, πρόκειται για στερεοτυπική κατασκευή με πολύ σκληρό πυρήνα αλλά ποικίλα περιφερειακά χαρακτηριστικά· κι ακριβώς επειδή αυτά τα περιφερειακά χαρακτηριστικά ποικίλλουν, γυναικοκτονία διαπράττει ακόμη και μέλος της εξ αίματος οικογένειας για λόγους «τιμής»,ενώ γυναικοκτονίες σε διάφορα σημεία του πλανήτη ενορχηστρώνονται ενίοτε από ολόκληρες οικογένειες ή κοινότητες, ακόμη κι από άλλες γυναίκες που θεωρούν ότι νεότερα μέλη, αψήφησαν τις παραδόσεις.
Σε ό,τι αφορά τον όρο γυναικοκτονία,
είναι λάθος να συνεχίσουμε να αναλωνόμαστε σε φιλολογικού τύπου αντιπαραθέσεις για μια λέξη που έχει πλέον καθιερωθεί αμετάκλητα στην καθομιλουμένη, στη δημοσιογραφία αλλά και τη δικαστική πρακτική. Οι αντιρρήσεις προβάλλονται πλέον, όπως λέμε εμείς οι νομικοί, αλυσιτελώς δηλαδή χωρίς νόημα και σκοπό. Ήταν απαίτηση της κοινωνίας να σταματήσουν τα ψευδεπίγραφα έγκλημα πάθους έγκλημα έρωτα οικογενειακή τραγωδία η φόνος ερωτικής αντιζηλίας και να ειπωθεί η γυναικοκρατία με το όνομα της. Και σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι ο όρος θίγει δήθεν τη γυναικεία αξιοπρέπεια, η πάγια θέση του γυναικείου κινήματος, που με αγώνες καθιέρωσε τη λέξη, καθιστά τους διαφωνούντες ΄΄βασιλικότερους του βασιλέως’’.
Σε ό,τι αφορά την έξαρση του φαινομένου
Οι προβληματισμοί και οι αναλύσεις μας πρέπει να επικεντρωθούν στο εάν οι μηχανισμοί πρόληψης και καταστολής είναι ή όχι αποτελεσματικοί; Αν οι δομές πρόληψης και αρωγής είναι επαρκείς και αποτελεσματικές; Αν η χρονοκαθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην αύξηση του φαινομένου; Αν η ελλιπής και εντελώς αποσπασματική συνεργασία ανάμεσα στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη με τους κοινωνικούς φορείς και τους φορείς ψυχικής υγείας επιδρά η όχι στο φαινόμενο; Αν η ρητορική μίσους που ανεχόμαστε ή και αναπαράγουμε στο δημόσιο διάλογο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιδρά στο φαινόμενο; Αν τα σεξιστικά πρότυπα που επανέρχονται με ένταση και δριμύτητα ειδικά ως προς την εικόνα της γυναίκας έχουν κάποια επιρροή στο φαινόμενο; Αν η εκπαίδευσή μας θα μπορούσε να συμπεριλάβει μαθήματα για την ισότητα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη σεξουαλική αγωγή που θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν και να αφυπνίσουν τις νέες γενιές απέναντι στο φαινόμενο;
Τέλος και πιο σημαντικό από όλα θα πρέπει να προβληματιστούμε επί του ζητήματος του πώς νομοθετούμε και αν η νομοθεσία μας λαμβάνει υπόψιν τον φαινόμενο και την ενδεχόμενη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίδραση της στην αύξηση του. Με άλλα λόγια εάν νομοθετούμε κατά τρόπο που οξύνουμε την ενδοοικογενειακή αντιπαράθεση που δίνουμε όπλα στους πρώην συντρόφους ή εν διαστάσει συζύγους να χτυπιούνται ατέρμονα. Εάν νομοθετούμε με τρόπο που υποχρεώνει σε επανασυμβίωση άτομα με συγκρουσιακό η βίαιο παρελθόν, αν νομοθετούμε με τρόπο που η προστασία των παιδιών και των γυναικών υποχωρεί μπροστά στο δικαιωματισμό της woke ατζέντας που σάρωσε τους ελληνικούς θεσμούς. Αν νομοθετούμε με τρόπο που επιτρέπει στον κακοποιητικό σύντροφο να συνεχίζει το έργο του δίδοντας του μαλιστα όπλα που υποχρεώνουν το σύντροφό του στη συνέχιση της συμβίωσης. Αν νομοθετούμε με τρόπο που υποχρεώνει σε διαπραγμάτευση και συνδιαλλαγή πρόσωπα που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία. Τέλος αν νομοθετούμε με τρόπο που θα βοηθήσει την κοινωνία μας να είναι υγιής και παραγωγική ή απλώς με τρόπο που αποπληρώνει γραμμάτια σε ομάδες οικονομικά ισχυρών, αδιαφορώντας για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της νομοθεσίας στην κοινωνία, στην νεότητα, στο γάμο, στην οικογένεια ακόμη και στις γεννήσεις.
Σε ό,τι αφορά τώρα την νομική μας σκέψη αυτή πρέπει να επικεντρωθεί:
1ον Στο ίδιο το έμφυλο αδίκημα, το οποίο δεν έχει σήμερα στον Ποινικό μας Κώδικα τη θέση που θα έπρεπε όπως, επί παραδείγματι, έχει το ρατσιστικό έγκλημα στο άρθρο 82 Α ΠΚ.
2ον Στον αποκλεισμό της εφαρμογής της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ (ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής) στις περιπτώσεις της γυναικοκτονίας. Δεν είναι η κακιά η ώρα ούτε η κακιά στιγμή. Κατά κανόνα η γυναικοκτονία είναι η κορύφωση μιας σειράς κακοποιητικών πράξεων με έμφυλο χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση η ενέργεια του θύτη δεν αποτελεί την έκφραση του βρασμού ψυχικής ορμής που δεν μπορούσε να προβλεφθεί αλλά αντίθετα η πράξη του αποτελεί έκφραση βαθιά ριζωμένων έμφυλων σεξιστικών συνδρόμων που τον συνοδεύουν σε όλη τη διαδρομή του βίου του.
3ος Στην επίκληση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, ιδίως εκείνων της παρ. 2 περ. α΄ (πρότερος έντιμος βίος), β΄ (μη ταπεινά αίτια) και γ΄ (ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος) — ελαφρυντικά που, από τη φύση τους, δεν συμβιβάζονται με τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου εγκλήματος.
4ον Στην αξιοποίηση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, και συγκεκριμένα του άρθρου 46 της, ως πηγής επιβαρυντικών περιστάσεων και μέσω του υπάρχοντος άρθρου 81Α ΠΚ (εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, ) και μέσω νέας αυτοτελούς νομοθετικής πρόβλεψης για το έμφυλο αδίκημα . Συνεπώς θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως επιβαρυντική περίσταση η διάπραξη του αδικήματος από πρώην ή νυν σύζυγο/σύντροφο ή συγκάτοικο, η διάπραξη κατ’ εξακολούθηση, εναντίον ατόμου ιδιαίτερα ευάλωτου, ενώπιον παιδιού, από κοινού από δύο ή περισσότερα άτομα, ή από δράστη με προηγούμενες καταδίκες για συναφή αδικήματα.
5ον Στην προσωρινή κράτηση του γυναικοκτόνου, στον τρόπο έκτισης της ποινής του και στις δυνατότητες μείωσης της έκτισης της ποινής του.
Σε ό,τι αφορά τα ουσιαστικά μέτρα για την πρόληψη της έμφυλης και της ενδοοικογενειακής βίας,
Απαιτείται κατ΄αρχάς μία συνολική αφύπνιση της κοινωνίας που θα ξεκινήσει από τη σχολική εκπαίδευση και θα καταλήξει στην αποτελεσματική αστυνόμευση και τη γρήγορη απονομή δικαιοσύνης. Εν συνεχεία απαιτείται μία νομοθετική παρέμβαση που θα λαμβάνει υπόψιν την αύξηση του φαινομένου και της ενδοοικογενειακής βίας και η οποία θα φωτίζει τους μακροπρόθεσμους στόχους μας για την κοινωνία και όχι τις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις μιας ομάδας ισχυρών παραγόντων
Πάγια αιτήματα των γυναικείων σωματείων αποτελούν άλλωστε:
Η σύνδεση και συνεχή συνεργασία των αστυνομικών και δικαστικών αρχών με κοινωνικούς φορείς και φορείς ψυχικής υγείας
Τα μαθήματα ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σεξουαλικής αγωγής στις διαφορετικές εκπαιδευτικές βαθμίδες
Η παροχή κάθε απαιτούμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης προς όλους τους επαγγελματίες, που αντιμετωπίζουν περιστατικά έμφυλης βίας,
Η ενισχυμένη αστυνομική προστασία,
Η ενδυνάμωση των δομών πρόληψης και αρωγής και
Η γρήγορη απονομή δικαιοσύνης .
Συμπερασματικά η γυναικοκτονία είναι, δυστυχώς, παγκόσμιο φαινόμενο που δεν φαίνεται να αμβλύνεται από την πρόοδο των πολιτισμών. Είναι, ταυτόχρονα, μάστιγα της ελληνικής οικογένειας και κοινωνίας. Οι λέξεις είναι σύμμαχοί μας, όχι εχθροί μας, η καθιέρωση του όρου μας επιτρέπει καταρχήν να μιλάμε για το έγκλημα με το όνομά του χωρίς να αποπροσανατολίζουμε την κοινή γνώμη ή να ωραιοποιούμε ειδεχθείς καταστάσεις. Μένουν όμως πολλά ακόμα να γίνουν και σε επίπεδο και νομοθεσίας και λήψης προληπτικών αλλά και κατασταλτικών μέτρων κατά της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας.
Τα νομοθετικά εργαλεία υπάρχουν ιδίως μέσα από τις προβλέψεις των διεθνών συμβάσεων, απομένει πλέον να αποκτήσουμε εδραία την κοινωνική και πολιτική βούληση να τα χρησιμοποιήσουμε .
Ευχαριστώ για μια ακόμη φορά όσους είχαν την υπομονή να διαβάσουν τα γραφόμενα μου μέχρι τέλους
Ή εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα νομικός
Φωτεινή Σόφτη- Γιακουμάτου
