Ο Σαμαράς δεν ψάχνει την εξουσία… Ψάχνει το κλειδί της
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν απευθύνεται αποκλειστικά στον σκληρό κομματικό πυρήνα της ΝΔ, αλλά στους νεοδημοκράτες του 41% που απομακρύνθηκαν και βρίσκονται πια στην γκρίζα ζώνη.
Στην πολιτική υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: οι πραγματικές ανησυχίες δεν αποτυπώνονται στις επίσημες ανακοινώσεις, αλλά στις αντιδράσεις. Και η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελε να παραδεχθεί το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Αν ο πρώην πρωθυπουργός δεν αποτελούσε παράγοντα ικανό να επηρεάσει τις εξελίξεις, η κυβέρνηση δεν θα είχε αλλάξει τρεις φορές στρατηγική μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Στην αρχή επέλεξε την ευγενική απαξίωση. «Δεν σχολιάζουμε δηλώσεις πρώην πρωθυπουργών», ήταν η μόνιμη επωδός του Μεγάρου Μαξίμου. Η επιδίωξη ήταν προφανής: να μη δοθεί πολιτικό βάρος στις παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά και να μη δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει εσωτερικό πρόβλημα.
Η στρατηγική αυτή εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Οι κοινές εμφανίσεις Σαμαρά και Καραμανλή, η κοινή κριτική τους προς την κυβέρνηση και η ολοένα εντονότερη φημολογία για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα άλλαξαν το κλίμα.
Περάσαμε στη φάση όπου υπουργοί και κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας άρχισαν να καλούν δημόσια τον πρώην πρωθυπουργό να μην προχωρήσει σε ένα εγχείρημα που θα έπληττε την παράταξη. Σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρξαν ακόμη και παρασκηνιακές κινήσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο Κώστας Καραμανλής δεν θα προσέφερε πολιτική κάλυψη σε μια τέτοια πρωτοβουλία, με τη Ντόρα Μπακογιάννη να αναλαμβάνει σχετικές επαφές.
Η αλήθεια είναι, όμως, ότι η ρήξη είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Οι σχέσεις του Αντώνη Σαμαρά με το Μέγαρο Μαξίμου είχαν φτάσει στα όριά τους μετά τη σκληρή δημόσια κριτική που άσκησε στην κυβερνητική εξωτερική πολιτική και ιδιαίτερα στους χειρισμούς απέναντι στην Τουρκία. Η απαίτησή του για την απομάκρυνση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη αποτέλεσε το σημείο χωρίς επιστροφή και οδήγησε στην οριστική ρήξη με την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Από εκεί και πέρα, το ερώτημα δεν ήταν αν διαφωνεί με την κυβέρνηση. Το ερώτημα ήταν αν η διαφωνία αυτή θα αποκτούσε πολιτική έκφραση.
Οι δύο πολύ πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις του μέσω βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειξαν ότι ο ίδιος δεν είχε καμία πρόθεση να υποχωρήσει. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε τη σιωπή και πέρασε στην αντεπίθεση, επαναφέροντας το 1993 και την πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Μόνο που η ιστορία δεν μπορεί να διαβάζεται επιλεκτικά. Γιατί ο ίδιος πολιτικός που σήμερα παρουσιάζεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης ήταν εκείνος που η Νέα Δημοκρατία εξέλεξε πρόεδρό της το 2009 και ανέδειξε πρωθυπουργό το 2012, εμπιστευόμενη σε αυτόν τη διαχείριση της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της μεταπολίτευσης.
Η πραγματική συζήτηση, όμως, δεν αφορά το χθες. Αφορά το αύριο. Η Νέα Δημοκρατία λέει ότι δεν φοβάται ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά. Οι κινήσεις της, όμως, δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Αν ο πρώην πρωθυπουργός απευθυνόταν αποκλειστικά στον σκληρό κομματικό πυρήνα του 20%-25%, ίσως η εκτίμηση αυτή να ήταν σωστή.
Οι επόμενες εκλογές, όμως, δεν θα κριθούν εκεί. Θα κριθούν στους ψηφοφόρους που το 2023 έδωσαν το 41% στη Νέα Δημοκρατία και σήμερα είτε βρίσκονται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» είτε έχουν μετακινηθεί προς κόμματα δεξιότερα της κυβέρνησης.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται να πάρει μεγάλο ποσοστό από τη Νέα Δημοκρατία. Του αρκεί να εμποδίσει την επιστροφή εκείνων που ήδη την εγκατέλειψαν. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η δημόσια αντιπαράθεσή του με τη Ντόρα Μπακογιάννη. Η πρώην υπουργός υποστήριξε ότι ο Αντώνης Σαμαράς επιδιώκει να στερήσει από τη Νέα Δημοκρατία την αυτοδυναμία. Η απάντηση του πρώην πρωθυπουργού ήταν πολιτικά εύστοχη.
Με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν τη Νέα Δημοκρατία περίπου στο 23% στην πρόθεση ψήφου, η αυτοδυναμία δεν αποτελεί σήμερα ρεαλιστικό πολιτικό στόχο. Δεν μπορεί, συνεπώς, να κατηγορείται ότι στερεί κάτι που, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρχει. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας. Από τη μία υποστηρίζει ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν μπορεί να επηρεάσει τη Νέα Δημοκρατία. Από την άλλη αναγνωρίζει ότι μπορεί να της στερήσει την αυτοδυναμία. Και τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα.
Το πολιτικό παρασκήνιο, όμως, δείχνει ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν προετοιμάζεται. Είναι ήδη προετοιμασμένος. Τα ονόματα που ακούγονται για ένα πιθανό ψηφοδέλτιο προέρχονται όχι μόνο από την παραδοσιακή κεντροδεξιά αλλά και από άλλους πολιτικούς χώρους. Ανάμεσά τους ο καθηγητής Οικονομικών Κώστας Λαπαβίτσας και ο πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτρης Βερβεσός. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και οι δύο, όταν ερωτήθηκαν σχετικά στην εκπομπή μου Momentum, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο συμμετοχής. Δεν επιβεβαίωσαν τίποτα. Αλλά ούτε το διέψευσαν.
Και στην πολιτική, οι σιωπές συχνά λένε περισσότερα από τις διαψεύσεις. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πληροφορίες, αρκετοί βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις. Γνωρίζουν ότι, αν η σημερινή δημοσκοπική εικόνα επιβεβαιωθεί στις κάλπες, η επόμενη κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας δεν θα έχει το σημερινό μέγεθος.
Και όταν οι έδρες λιγοστεύουν, οι πολιτικές επιλογές πολλαπλασιάζονται. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις ακόμη και για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας ενός ενδεχόμενου νέου κόμματος.
Για την πρώτη θέση ακούγονται τόσο ο καθηγητής Γιάννης Μάζης όσο και ο επί χρόνια στενός συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά, Χρύσανθος Λαζαρίδης.
Είτε επιβεβαιωθούν είτε όχι αυτές οι πληροφορίες, αποτυπώνουν κάτι ουσιαστικό: οι διεργασίες έχουν ξεπεράσει προ πολλού το επίπεδο της φημολογίας.
Υπάρχει, όμως, ένας παράγοντας που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός. Ο Κώστας Καραμανλής. Η στάση που θα επιλέξει να κρατήσει ο πρώην πρωθυπουργός ίσως επηρεάσει όσο καμία άλλη παράμετρος τις ισορροπίες στον χώρο της κεντροδεξιάς. Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία. Όσοι πιστεύουν ότι ο Αντώνης Σαμαράς επιστρέφει για να διεκδικήσει ένα μεγάλο εκλογικό ποσοστό, πιθανότατα διαβάζουν λάθος τις κινήσεις του. Ο στόχος του φαίνεται να είναι διαφορετικός. Να γίνει ο ρυθμιστής της επόμενης ημέρας.
Σε μια πολιτική πραγματικότητα όπου η αυτοδυναμία απομακρύνεται, ακόμη και ένα μονοψήφιο αλλά πολιτικά κρίσιμο ποσοστό μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για να καθορίσει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Και τότε η πραγματική διαπραγμάτευση δεν θα αφορά μόνο υπουργεία ή προγραμματικές συγκλίσεις. Θα αφορά το πρόσωπο του πρωθυπουργού.
Οι σχέσεις του Αντώνη Σαμαρά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχουν διαρραγεί εδώ και καιρό. Αν, λοιπόν, βρεθεί σε θέση να επηρεάσει τις εξελίξεις, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι θα συναινούσε σε μια νέα πρωθυπουργία του σημερινού προέδρου της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν επιστρέφει για να διεκδικήσει την εξουσία. Επιστρέφει για να καθορίσει ποιος θα την ασκήσει. / Πηγή: popaganda.gr
