Πρόβλημα με την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών – Κοινή επιστολή 5 δημάρχων μεγάλων πόλεων της χώρας

Share

 

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της νέας κατάστασης είναι η μεταφορά της ευθύνης στους «συνήθεις υπόπτους»: στους διευθυντές και τις διευθύντριες των σχολείων. Εκπαιδευτικοί καλούνται πλέον να λειτουργούν ως διαχειριστές δημόσιου χρήματος, να τηρούν διαδικασίες, να απολογούνται, ακόμη και να υποβάλλουν πόθεν έσχες. 

Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών παρουσιάστηκε ως μια «διοικητική εξορθολογιστική παρέμβαση». Λιγότερα όργανα, λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη ευελιξία. Στην πράξη, όμως, για χιλιάδες σχολεία σε όλη τη χώρα, η κατάργηση αυτή δεν έφερε εξορθολογισμό. Έφερε κενά, σύγχυση και καθημερινά αδιέξοδα. Και, κυρίως, μετέφερε προβλήματα εκεί όπου δεν έπρεπε ποτέ να βρίσκονται: μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Οι σχολικές επιτροπές, με όλα τα προβλήματά τους, είχαν έναν σαφή ρόλο: να εξασφαλίζουν τη στοιχειώδη λειτουργία των σχολείων. Θέρμανση, καθαριότητα, μικροεπισκευές, αναλώσιμα, λογαριασμοί. Ήταν ο ενδιάμεσος μηχανισμός ανάμεσα στον δήμο και το σχολείο. Όχι τέλειος, αλλά υπαρκτός. 

Με την κατάργησή τους, πολλά σχολεία βρέθηκαν σε ένα θεσμικό κενό. Ποιος εγκρίνει; Ποιος πληρώνει; Ποιος αποφασίζει; Ποιος ευθύνεται; Οι απαντήσεις δεν ήταν –και συχνά δεν είναι ακόμη– ξεκάθαρες. Το αποτέλεσμα; Σχολικές μονάδες που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες και διευθυντές που περνούν περισσότερο χρόνο σε τηλέφωνα και email παρά στην παιδαγωγική τους αποστολή.

Αλλά ας δούμε το θέμα αναλυτικά με το βάρος που του αρμόζει

Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών δεν ήταν απλώς μια διοικητική αλλαγή. Ήταν μια τομή χωρίς δίχτυ ασφαλείας, που άφησε πίσω της σχολεία σε οικονομική ασφυξία, διευθυντές σε θεσμική αβεβαιότητα και την εκπαιδευτική διαδικασία εκτεθειμένη σε κινδύνους που καμία εγκύκλιος δεν μπορεί να καλύψει.

Όσα εδώ και καιρό αναφέρουν σε καταγγελίες τους τα τοπικά σωματεία εκπαιδευτικών δεν αποτελούν τοπική ιδιαιτερότητα. Είναι η συμπυκνωμένη εικόνα αυτού που βιώνουν δεκάδες δήμοι σε όλη τη χώρα μετά την εφαρμογή του ν. 5056/2023 και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων των Σχολικών Επιτροπών στις ήδη επιβαρυμένες δημοτικές υπηρεσίες.

Από την υποχρηματοδότηση στην ασφυξία

Η δημόσια εκπαίδευση ήταν διαχρονικά υποχρηματοδοτούμενη. Με την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, όμως, η υποχρηματοδότηση μετατράπηκε σε λειτουργικό αδιέξοδο. Σχολικές μονάδες που επί επτά μήνες λαμβάνουν μόλις 500 ευρώ για όλες τις λειτουργικές τους ανάγκες δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Μπορούν μόνο να επιβιώνουν – και αυτό προσωρινά.

Χαρτί φωτοτυπικού, αναλώσιμα Η/Υ, μικροεπισκευές, συντήρηση εξοπλισμού, βασικές ανάγκες καθημερινότητας μετατράπηκαν σε δυσεπίλυτα προβλήματα. Και όταν τα αυτονόητα γίνονται πολυτέλεια, το σχολείο παύει να είναι χώρος παιδείας και γίνεται χώρος διαρκούς διαχείρισης ελλείψεων.

Δήμοι-φίλτρα και σχολεία σε αναμονή

Η πολιτική επιλογή να περάσουν όλες οι διαδικασίες μέσα από τις δημοτικές υπηρεσίες αγνόησε μια βασική πραγματικότητα:
οι δήμοι δεν είναι ισότιμοι. Άλλοι διαθέτουν στελέχωση, άλλοι όχι. Άλλοι έχουν εμπειρία σε προμήθειες, άλλοι βυθίζονται στη γραφειοκρατία. Έτσι, η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών δεν εξορθολόγισε το σύστημα· πολλαπλασίασε τις ανισότητες.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σχολείο στη Σπάρτη, στη Βόρεια Κέρκυρα ή σε μικρούς δήμους να περιμένει μήνες για διαδικασίες που παλαιότερα γίνονταν άμεσα. Και ένα άλλο σχολείο, σε «ισχυρότερο» δήμο, να λειτουργεί κάπως καλύτερα. Η ισότητα στην εκπαίδευση, όμως, δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ο δήμος έχει επαρκές διοικητικό προσωπικό.

Διευθυντές-λογιστές και εκπαιδευτικοί υπόλογοι

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της νέας κατάστασης είναι η μεταφορά της ευθύνης στους «συνήθεις υπόπτους»: στους διευθυντές και τις διευθύντριες των σχολείων. Εκπαιδευτικοί καλούνται πλέον να λειτουργούν ως διαχειριστές δημόσιου χρήματος, να τηρούν διαδικασίες, να απολογούνται, ακόμη και να υποβάλλουν πόθεν έσχες.

Όχι επειδή το ζήτησαν. Αλλά επειδή το κράτος αποφάσισε να καλύψει τη θεσμική του αδυναμία με την προσωπική ευθύνη των εκπαιδευτικών.

Αυτό δεν είναι απλώς διοικητική στρέβλωση. Είναι παιδαγωγική εκτροπή. Ο διευθυντής δεν είναι λογιστής. Και κάθε ώρα που χάνεται σε γραφειοκρατία αφαιρείται από το σχολείο, τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η λειτουργία πολλών σχολείων στηρίζεται σήμερα:

  • στη συνεισφορά γονέων,
  • στη χρηματοδότηση Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων,
  • στην ανοχή και πίστωση τοπικών επαγγελματιών.

Το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί με εράνους και «καλές καρδιές». Όταν οι βασικές του ανάγκες καλύπτονται από την κοινωνική αλληλεγγύη και όχι από την πολιτεία, τότε κάτι θεμελιώδες έχει διαρραγεί.

Ένα «μεταρρυθμιστικό» λάθος με πολιτικό πρόσημο

Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών δεν ήταν τεχνικό λάθος. Ήταν πολιτική επιλογή. Και μάλιστα επιλογή που:

  • αύξησε τη γραφειοκρατία αντί να τη μειώσει,
  • επιβάρυνε τους δήμους χωρίς ενίσχυση,
  • μετέφερε ευθύνες χωρίς πόρους,
  • υποβάθμισε τη σχολική καθημερινότητα.

Όταν μάλιστα συνδυάζεται με τη συνολική μείωση των δαπανών για την παιδεία τότε η εικόνα γίνεται καθαρή: δεν πρόκειται για ατυχία, αλλά για κατεύθυνση.

Δήμοι, εκπαιδευτικοί σύλλογοι, σωματεία και φορείς αντιδρούν. Θέτουν το ζήτημα δημόσια. Ζητούν επαναφορά των Σχολικών Επιτροπών ως ΝΠΔΔ ή, τουλάχιστον, ένα λειτουργικό, δίκαιο και επαρκώς χρηματοδοτούμενο σύστημα.

Αυτό που ζητούν δεν είναι προνόμιο. Είναι το αυτονόητο:
– να μπορεί το σχολείο να λειτουργεί χωρίς να ζητιανεύει,
– να μπορεί ο εκπαιδευτικός να διδάσκει χωρίς να απολογείται,
– να μπορεί ο μαθητής να μαθαίνει σε συνθήκες αξιοπρέπειας.

Γιατί η παιδεία δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς «χαμηλού κόστους». Και το δημόσιο σχολείο δεν χρειάζεται πασαλείμματα.
Χρειάζεται εμπιστοσύνη, χρηματοδότηση και σοβαρό σχεδιασμό. Οτιδήποτε λιγότερο δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι εγκατάλειψη.

Να μην καταργηθούν οι σχολικές επιτροπές ζητούν οι δήμαρχοι 5 μεγάλων πόλεων – Η κοινή επιστολή τους

Την αντίθεσή τους σχετικά με την προωθούμενη κατάργηση των σχολικών επιτροπών εκφράζουν οι δήμαρχοι πέντε μεγάλων πόλεων της χώρας, με κοινή τους επιστολή προς τους αρμόδιους υπουργούς.

Συγκεκριμένα, οι Δήμαρχοι Αθηναίων, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Περιστερίου και Ιωαννιτών αναφέρουν, μεταξύ άλλων, στην επιστολή τους ότι «έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς άκρατου συγκεντρωτισμού με τη μεταφορά του αντικειμένου των σχολικών επιτροπών στην κεντρική μονάδα του δήμου, περιττής γραφειοκρατίας και σοβαρών καθυστερήσεων στις διαδικασίες διεκπεραίωσης των απαραίτητων διοικητικών ενεργειών για την αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων λειτουργίας των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης».

«Ζητάμε την απόσυρση της εν λόγω διάταξης και τη διατήρηση των Σχολικών Επιτροπών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στους δήμους που ήδη λειτουργούν, και τη δυνατότητα ανασύστασης στους Δήμους στους οποίους έχουν καταργηθεί, με αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων», τονίζουν στην επιστολή τους.

Η επιστολή των δημάρχων

Κοινή επιστολή Δημάρχων Αθηναίων, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Περιστερίου και Ιωαννιτών
προς τους Υπουργούς κκ. Λιβάνιο και Ζαχαράκη

Κύριοι Υπουργοί,

Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών που κατατέθηκε για διαβούλευση, με τίτλο «Ρυθμίσεις για το ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου τομέα, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς και λοιπές διατάξεις» στο άρθρο 31 προβλέπει την κατάργηση των σχολικών επιτροπών.

Οι σχολικές επιτροπές, μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη για τη διαχείριση των οικονομικών πόρων των σχολικών μονάδων, την κάλυψη λειτουργικών αναγκών και τη στήριξη της καθημερινής λειτουργίας των σχολείων σε τοπικό επίπεδο.

Πολλοί φορείς της εκπαίδευσης, σύλλογοι Γονέων, και η ΚΕΔΕ, έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η απομάκρυνση της οικονομικής διαχείρισης από το επίπεδο της σχολικής μονάδας μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, μειωμένη ευελιξία και αποδυνάμωση του ρόλου των γονέων και των εκπαιδευτικών.

Οι ανησυχίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από την κατάσταση που επικρατεί στους δήμους, οι οποίοι εδώ και 1,5 χρόνο είναι χωρίς σχολικές επιτροπές. Έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς άκρατου συγκεντρωτισμού με τη μεταφορά του αντικειμένου των σχολικών επιτροπών στην κεντρική μονάδα του δήμου, περιττής γραφειοκρατίας και σοβαρών καθυστερήσεων στις διαδικασίες διεκπεραίωσης των απαραίτητων διοικητικών ενεργειών για την αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων λειτουργίας των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Σημαντικά έκτακτα θέματα που αφορούν στις σχολικές μονάδες είναι τόσο επείγοντα που δεν μπορούν να λυθούν μέσα από τις χρονοβόρες διαδικασίες, ενώ η ευελιξία των σχολικών επιτροπών έδινε γρήγορα τις απαιτούμενες λύσεις.

Σημειώνουμε ιδιαίτερα τις περιπτώσεις των ειδικών σχολείων, τα οποία λόγω της φύσης τους, οι ανάγκες τους είναι ιδιαιτέρως επείγουσες και συχνά η εύρυθμη λειτουργία τους απαιτεί γρήγορη και αποτελεσματική παρέμβαση.

Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη στο υπό διαβούλευση ανωτέρω νομοσχέδιο προβλέπεται να εφαρμοστεί  από την 1η Αυγούστου του 2026, δημιουργεί επιπλέον προβληματισμούς, καθόσον είναι σε εκκρεμότητα σχετικές ρυθμίσεις που θα συμπεριληφθούν στο πολυαναμενόμενο νομοσχέδιο για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Ζητάμε την απόσυρση της εν λόγω διάταξης και τη διατήρηση των Σχολικών Επιτροπών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στους δήμους που ήδη λειτουργούν, και τη δυνατότητα ανασύστασης στους Δήμους στους οποίους έχουν καταργηθεί, με αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων.
Με εκτίμηση,

Χάρης Δούκας, Δήμαρχος Αθηναίων,
Στέλιος Αγγελούδης, Δήμαρχος Θεσσαλονίκης
Γιάννης Μώραλης, Δήμαρχος Πειραιά
Ανδρέας Παχατουρίδης, Δήμαρχος Περιστερίου
Θωμάς Μπέγκας, Δήμαρχος Ιωαννιτών

info: alfa vita, enikos