Το Διεθνές Δίκαιο “ακυρώνει” τη “Γαλάζια Πατρίδα”: Το νομικό “κενό” των τουρκικών διεκδικήσεων

Share

 

Την τακτική των αυξανόμενων προκλήσεων τη γνωρίζει η Τουρκία πολύ καλά. Την ακολουθεί πιστά από το 1973, από τότε που σταδιακά στόχευσε στη δημιουργία μιας τεράστιας ατζέντας διεκδικήσεων στο Αιγαίο (εναέριος χώρος, αποστρατικοποίηση, FIR Αθηνών), ώστε να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε μια διαπραγμάτευση «πάρε-δώσε» επί κεκτημένων κυριαρχικών δικαιωμάτων. 

Με την ίδια τακτική επιχειρεί τώρα να μετατρέψει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε επίσημη γεωπολιτική στρατηγική, μέσω νομοθετήματος. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάλυση των πηγών του Διεθνούς Δικαίου αποκαλύπτει ότι οι τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο στερούνται νομικού ερείσματος, βασίζονται σε αυθαίρετες ερμηνείες που επιχειρούν να υποκαταστήσουν τους ισχύοντες κανόνες.

Το Διεθνές Δίκαιο βάζει φρένο στη “Γαλάζια Πατρίδα”: Το νομικό “κενό” των τουρκικών διεκδικήσεων

Όπως υποστηρίζουν μελετητές του Δικαίου της Θάλασσας που μίλησαν στο parapolitika.gr, η «Γαλάζια Πατρίδα» προσκρούει καταφανώς στο Διεθνές Δίκαιο. Το Άρθρο 3 της UNCLOS (Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) παρέχει σε κάθε κράτος το μονομερές δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα έως τα 12 ναυτικά μίλια. Η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι επικαλείται συχνά το Διεθνές Δίκαιο, διατηρεί σε ισχύ το casus belli (αιτία πολέμου) έναντι της Ελλάδας για την άσκηση αυτού του νόμιμου δικαιώματος και, με τον τρόπο αυτό, παρανομεί έναντι της διεθνούς κοινότητας.

Επιπλέον, η Τουρκία παραβιάζει κατάφωρα το καθεστώς των νησιών. Πρόκειται για κεντρική «παρανομία» των τουρκικών επιδιώξεων, που εστιάζεται στην άρνηση αναγνώρισης κυριαρχικών δικαιωμάτων στα νησιά. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι τα νησιωτικά εδάφη, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων νησιών όπως η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, δεν διαθέτουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).

Η θέση αυτή έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το Άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), το οποίο ορίζει ρητά ότι τα νησιά έχουν δικαίωμα σε χωρικά ύδατα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, ακριβώς όπως και οι ηπειρωτικές περιοχές, κάτι που δεν αποδέχεται η Τουρκία. Μάλιστα, το Άρθρο 121, παράγραφος 2, είναι ξεκάθαρο, ορίζοντας ότι όλα τα νησιά έχουν τη δική τους αιγιαλίτιδα ζώνη, τη δική τους συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, υπό την αίρεση της παραγράφου 3, που λέει ότι οι βράχοι και μόνο, που δεν προσφέρονται για ανθρώπινη διαβίωση ή δεν έχουν δική τους οικονομική ζωή, τότε από τις τέσσερις ζώνες δεν δικαιούνται τις δύο. Δηλαδή, ακόμα και οι βράχοι έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη και συνορεύουσα ζώνη, δεν έχουν όμως υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Συνεπώς, η τουρκική προσπάθεια να παρουσιάσει το Αιγαίο ως μια περιοχή όπου τα νησιά «εξαφανίζονται» νομικά, είναι παντελώς αστήρικτη.

Σύμφωνα με μελετητές του Δικαίου της Θάλασσας, μία άλλη βασική πτυχή του τουρκικού παραλογισμού αφορά την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η Άγκυρα επικαλείται τα Άρθρα 122 και 123 περί «κλειστών ή ημίκλειστων θαλασσών» για να περιορίσει τα ελληνικά δικαιώματα, αλλά δεν κάνει καμία απολύτως μνεία σε θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας. Στα παραπάνω άρθρα υπάρχει η προτροπή ώστε τα γειτονικά κράτη να συνεργάζονται μεταξύ τους αποκλειστικά και μόνο για την προστασία του θαλάσσιου φυσικού περιβάλλοντος και τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων, χωρίς να θίγουν ή να περιορίζουν τις ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας. Όπως υποστηρίζουν έγκριτοι μελετητές, «από τη μία δεν μας αφήνουν να επεκτείνουμε την αιγιαλίτιδα ζώνη και από την άλλη δεν μας αναγνωρίζουν το δικαίωμα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο ότι τα νησιά έχουν δικαίωμα σε όλες τις ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας».

Η Τουρκία, πάντως, επιχειρεί συστηματικά να παρουσιάσει εσωτερικά νομοθετήματα, όπως το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» ή άλλα άκυρα διεθνή κείμενα, όπως το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ως πηγές δικαίου. Ένας εσωτερικός νόμος, όμως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει το Διεθνές Δίκαιο ούτε να παράγει αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών, επισημαίνουν έγκυροι μελετητές του Δικαίου της Θάλασσας.

Παρόλα αυτά, η Άγκυρα ακολουθεί μία μακρόπνοη εξωτερική πολιτική με σταθερή τακτική από το 1973. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι η Τουρκία, το 1973 και μέσα σε 15 μήνες (από τον Νοέμβριο του 1973 —που είναι η πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο— μέχρι τον Φεβρουάριο του 1974), είχε ξεδιπλώσει όλες τις διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδας. Εκτός από την απαγόρευση στην επέκταση των 12 ναυτικών μιλίων, συμπεριέλαβε στην ατζέντα της τη μη αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων στα νησιά, τη μη αναγνώριση του εθνικού εναέριου χώρου των 10 ναυτικών μιλίων, τη μη αναγνώριση του FIR Αθηνών, που καλύπτει ολόκληρο το Αιγαίο, και την αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Παράλληλα, είχαν θέσει ζήτημα Θράκης (επίσης τον Σεπτέμβριο του 1974) και, βέβαια, την κατοχή στο Κυπριακό. Μέσα σε 15 μήνες δημιούργησε μία τεράστια ατζέντα, ώστε κάποτε, όταν έρθει η ώρα να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, να διεκδικήσει από αυτά τα οποία δεν δικαιούται.

Απέναντι σε αυτόν τον αναθεωρητισμό, η Ελλάδα προτάσσει τη σταθερή προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα και τον διάλογο, χωρίς όμως καμία υποχώρηση σε ζητήματα κυριαρχίας. Όπως επισημαίνουν διπλωματικές πηγές, οι «έωλες νομικά θέσεις» της Τουρκίας υπονομεύουν τη σταθερότητα στη Μεσόγειο και η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί αποφασιστικά γιατί, όπως ισχυρίζονται, η χώρα θα πρέπει να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που έχασε στο παρελθόν. -parapolitika